παράκλησις

ἡ παρά|κλησις, εως 1. воззвание, увещание; 2. христ. утешение

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "παράκλησις" в других словарях:

  • παράκλησις — calling to one s aid fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αμαρτωλού παράκλησις — Ποίημα του 12ου αι. Αναφέρεται στην πάλη ανάμεσα στο πάθος και στον πόθο της αρετής. Αποτελείται από 16 ανομοιοκατάληκτους στίχους και είναι γραμμένο στην κοινή, με επίδραση της εκκλησιαστικής υμνολογίας της βυζαντινής εποχής …   Dictionary of Greek

  • παρακλήσει — παράκλησις calling to one s aid fem nom/voc/acc dual (attic epic) παρακλήσεϊ , παράκλησις calling to one s aid fem dat sg (epic) παράκλησις calling to one s aid fem dat sg (attic ionic) παρακλάομαι to be broken off fut ind mp 2nd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακλήσεις — παράκλησις calling to one s aid fem nom/voc pl (attic epic) παράκλησις calling to one s aid fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακλήσεσι — παράκλησις calling to one s aid fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακλήσεσιν — παράκλησις calling to one s aid fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παράκλησιν — παράκλησις calling to one s aid fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -теха — потеха, утеха, укр. потiха радость , ст. слав. оутѣха παράκλησις, παραίνεσις (Супр.), болг. утеха, сербохорв. у̏тjеха, у̏ħеха, словен. utẹ̑ha, чеш. těcha, utěcha, слвц. tесhа, utесhа, польск. росiесhа, uсiесhа. Связано с тешить (см.), тихий …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • утешение — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  =  сущ. (греч. παράκλησις) утешение в скорби,… …   Словарь церковнославянского языка

  • CONSOLAMENTUM — apud Catharos, manus impositio et Baptismus appellatus est, cuius conferendi ritum, pluribus refert Ermengardus contra Valdenses, c. 14. Hinc ipsi Consolati dicti: qui alias Paterini in Lombardi Boni Homines in Germania, Car. du Fresne, Glossar.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • παράκληση — η / παράκλησις, ήσεως, ΝΜΑ [παρακαλώ] 1. επίκληση ή ικεσία, δέηση που απευθύνεται στον Θεό 2. διατύπωση αιτήματος, πράξη με την οποία ζητά κανείς από κάποιον άλλο να κάνει κάτι γι αυτόν ως χάρη («ταῑς ἐμαῑς παρακλήσεσι τοῡτο πεπόνηκεν», πάπ.)… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.